Η Boehringer Ingelheim GmbH ανακοίνωσε σήμερα τη συνέχιση της αύξησης του αριθμού των ασθενών που εξυπηρετήθηκαν, φτάνοντας τα 66 εκατομμύρια το 2024, αυξημένος κατά 8,0% από το προηγούμενο έτος. Η ανάπτυξη της τρέχουσας σειράς προϊόντων της είναι σε καλό δρόμο, καθώς η εταιρεία προετοιμάζει πολλαπλές κυκλοφορίες νέων φαρμάκων, ξεκινώντας το 2025.
Οι γενικές τάσεις και εξελίξεις του περασμένου έτους αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν το 2025. Η εταιρεία αναμένει συνεχιζόμενη αύξηση στον αριθμό των ασθενών που εξυπηρετούνται και μια ελαφρά ετήσια αύξηση των καθαρών πωλήσεων, προσαρμοσμένη για τις νομισματικές και εξαιρετικές επιδράσεις.
Οι επενδύσεις στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) αυξήθηκαν στα 6,2 δισεκατομμύρια ευρώ, ή 23,2% των καθαρών πωλήσεων του ομίλου. Οι καθαρές πωλήσεις του ομίλου αυξήθηκαν κατά 6,1%* στα 26,8 δισεκατομμύρια ευρώ.
«Καθώς η τρέχουσα σειρά των φαρμάκων μας συνεχίζει να ωριμάζει και περισσότερα φάρμακα πλησιάζουν σε μια πιθανή εισαγωγή στην αγορά, έχουμε εισέλθει σε μια κρίσιμη φάση υψηλών επενδύσεων, για να φέρουμε αυτές τις νέες καινοτομίες στους ασθενείς», δήλωσε ο Hubertus von Baumbach, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και πρόσθεσε πως «είναι σημαντικό να εκμεταλλευτούμε κάθε ευκαιρία για να φέρουμε αυτές τις νέες θεραπείες στους ασθενείς όσο το δυνατόν γρηγορότερα – αυτή είναι η νούμερο ένα προτεραιότητά μας».
Πάνω από δέκα νέες δοκιμές Φάσης II και III θα πραγματοποιηθούν τους επόμενους 12 έως 18 μήνες, Εάν τα αποτελέσματα τους είναι θετικά, ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια σειρά σημαντικών κυκλοφοριών καινοτόμων φαρμάκων τα επόμενα πέντε χρόνια. Οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) στην στα φάρμακα για ανθρώπινη χρήση αυξήθηκαν στα 5,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ή 27,6% των καθαρών πωλήσεων της επιχειρηματικής μονάδας.
«Αν κοιτάξουμε τα τελευταία πέντε χρόνια, η Boehringer Ingelheim έχει επενδύσει περίπου 25 δισεκατομμύρια ευρώ στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D)», δήλωσε ο Frank Hübler, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου με ευθύνη για τα Οικονομικά για να συμπληρώσει στη συνέχεια πως «με τις καινοτομίες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη σειρά προϊόντων μας, θα αυξήσουμε περαιτέρω τις επενδύσεις στην Έρευνα και Ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια».
Βιώσιμη Ανάπτυξη
Η Boehringer Ingelheim βρίσκεται σε καλό δρόμο για να επιτύχει τον στόχο της να γίνει ουδέτερη ως προς τον άνθρακα στις εταιρικές της δραστηριότητες μέχρι το 2030. Η εταιρεία αύξησε τις αγορές ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως σε περίπου 75% το 2024, κυρίως λόγω της μετάβασης σε ανανεώσιμες λύσεις σε διάφορες τοποθεσίες.
Στο πλαίσιο της παγκόσμιας προσπάθειάς της να σταματήσει τη λύσσα, η εταιρεία παρείχε 46 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου κατά της λύσσας και υποστήριξε εκστρατείες εμβολιασμού σε ενδημικές χώρες. Η πρωτοβουλία “Angels”, που στοχεύει στη βελτιστοποίηση της ποιότητας της θεραπείας στα υπάρχοντα κέντρα εγκεφαλικών επεισοδίων, πρόσθεσε πάνω από 1.000 οργανισμούς στο δίκτυο. Είναι η μεγαλύτερη κοινότητα εγκεφαλικών επεισοδίων στον κόσμο, που τώρα περιλαμβάνει 237.000 επαγγελματίες υγείας από περισσότερα από 9.000 νοσοκομεία σε 158 χώρες και έχει βοηθήσει 19 εκατομμύρια ασθενείς με εγκεφαλικά επεισόδια μέχρι σήμερα.
Με αφορμή το δελτίο τύπου της μητρικής εταιρείας, o πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Δημήτρης Αναγνωστάκης δήλωσε: «Oι ανακοινώσεις αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη χώρα μας, καθώς ένα από τα σημαντικότερα εργοστάσια του Ομίλου της Boehringer Ingelheim GmbH για την παραγωγή φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση είναι αυτό στο Κορωπί, όπου παράγονται και συσκευάζονται φάρμακα τα οποία εξάγονται σε πάνω από 90 χώρες. Η νέα πτέρυγα του εργοστασίου που θεμελιώθηκε τον περασμένο Ιανουάριο του 2024 από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη αφορά μεταξύ άλλων στην παραγωγή καινοτόμων θεραπειών -προϊόντων έρευνας της εταιρείας μας σε ανεξερεύνητους τομείς που υπάρχουν ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες- όπως αυτός της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης και των καρδιομεταβολικών νοσημάτων. Για τα καινοτόμα αυτά φάρμακα είναι η πρώτη φορά που το εργοστάσιο μας θα αναλάβει την παραγωγή τους για πάνω από 100 χώρες συμβάλλοντας ακόμα περισσότερο τόσο στην εθνική οικονομία, όσο και στο να γίνει η Ελλάδα ένα παράδειγμα καινοτομίας στην Ευρώπη».